λύκος

λύκος
I
(Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς χλωροφύλλη, και φύλλα που μοιάζουν με λέπια. Είναι μονοετή ή πολυετή, ανάλογα με τον κύκλο ζωής του ξενιστή τους. Όταν βρεθούν κοντά σε φυτά επιδεκτικά παρασιτισμού, προσκολλώνται στις ρίζες τους με μυζητήρες και απορροφούν θρεπτικές ουσίες, εμποδίζοντας έτσι την ανάπτυξή τους. Τα μικροσκοπικά σπέρματά τους μπορούν να διατηρήσουν στο έδαφος τη βλαστική τους δύναμη επί 10-15 χρόνια. Ένα μέρος του απλού βλαστού τους, το οποίο μοιάζει με νεαρό βλαστό καλλιεργούμενου σπαραγγιού, είναι όρθιο πάνω από το έδαφος και σκεπασμένο με φύλλα μεταμορφωμένα σε λέπια και με αδενώδεις τρίχες· από το άλλο μέρος ο βλαστός καταλήγει κάτω από το έδαφος σε κονδυλώδες σώμα που φέρει σαρκώδη λέπια, από το οποίο εκφύονται οι μυζητήρες που παρασιτούν στις ρίζες των άλλων φυτών, κυρίως ψυχανθών.
Το ανθοφόρο στέλεχος φέρει στην κορυφή έναν στάχυ ή βότρυ από λευκά, μοβ, κιτρινωπά ή κόκκινα άνθη, ανάλογα με το είδος, με σωληνοειδή, κυρτή και χωρισμένη σε πέντε ανόμοιους λοβούς στεφάνη. Ο καρπός είναι κάψα με πολυάριθμους, πάρα πολύ μικρούς σπόρους.
Οι λ. μπορούν να παρασιτήσουν σε διάφορα λαχανικά, καλλιέργειες τριφυλλιού, μηδικής, φακής και κυρίως στα κουκιά, που τα λυμαίνονται κυριολεκτικά και σε πολλές περιπτώσεις προκαλούν τέλεια καταστροφή.
Το γένος αυτό περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Στην Ελλάδα συναντώνται (ως παράσιτα πάνω σε αυτοφυή ή καλλιεργούμενα φυτά) 15 είδη, όπως τα Orobanche chironii, Orobanche alba, Orobanche purpurea, Orobanche major, Orobanche lavandulacea κ.ά.
Ο λύκος (οροβάγχη) είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο παράσιτο διαφόρων φυτών. Ο βλαστός του, παχύς και όρθιος, καταλήγει κάτω από το έδαφος σε ένα κονδυλώδες σώμα, από τα λέπια του οποίου φυτρώνουν οι μυζητήρες που παρασιτούν.
II
(Ζωολ.). Κοινή ονομασία σαρκοφάγων θηλαστικών του είδους Canis lupus, της οικογένειας των κυνιδών. Το θηλαστικό αυτό έχει ύψος στο ακρώμιο περίπου 80 εκ., μήκος 1,60 μ. (από τα οποία 40 εκ. είναι η ουρά του) και μέσο βάρος 55 κιλά, με το θηλυκό να είναι λίγο μικρότερο. Το σώμα του είναι ρωμαλέο και το χρώμα του τριχώματός του ποικίλλει από εντελώς μαύρο ή γκρίζο έως εντελώς λευκό προς τις αρκτικές περιοχές. Έχει μακρύ ρύγχος και τριγωνικά αφτιά που στέκονται πάντοτε όρθια· τα ισχυρά σαγόνια του εμφανίζουν πλήρη οδοντοφυΐα, με πολύ ανεπτυγμένους κυνόδοντες. Οι λ. είναι δακτυλοβάμονα ζώα· τα μπροστινά πόδια απολήγουν σε πέντε δάχτυλα και τα πίσω σε τέσσερα, όλα εφοδιασμένα με μη ανασταλτά νύχια. Το θηλυκό, ύστερα από κύηση περίπου δύο μηνών ή λίγο περισσότερο, γεννά συνήθως έξι με επτά μικρά, τα οποία θηλάζει επί 4-6 εβδομάδες. Ο λ. ζει κατά αγέλες σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Ασίας και, με συγγενή υποείδη, στη Βόρεια Αμερική. Εξαιτίας του αμείλικτου κυνηγητού και του βαθμιαίου περιορισμού των δασικών ζωνών, ο λ. έχει εκλείψει σήμερα από τη Μεγάλη Βρετανία, την Ολλανδία και το Βέλγιο, ενώ έχει περιοριστεί πολύ και σε όλη την κεντροδυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα λ. υπάρχουν σε πολλά μέρη, ιδίως στα δάση της Μακεδονίας.
Διάφορα είδη λύκων και συγγενικών ζώων:
1. κογιότ ή λύκος της Αμερικής,
2. λυκοκύων ο μεσομέλας, λύκος με μαύρη ράχη,
3. ύαινα,
4. χρυσόλυκος, τσακάλι της Βραζιλίας,
5. λύκος ο κοινός,
6. ντίγκο, αγριόσκυλος της Αυστραλίας.
Ο λύκος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος στην Ασία, ενώ τείνει να εξαφανιστεί στην Ευρώπη.
III
(Ιατρ.). Ονομασία ορισμένων παθήσεων, με κοινό χαρακτηριστικό εξανθηματικές βλάβες που εντοπίζονται κυρίως στο πρόσωπο.
Ο κοινός λ. αποτελεί μια αργά εξελισσόμενη μορφή φυματίωσης του δέρματος η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί θεραπευτικά, μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αισθητικές βλάβες και ακρωτηριασμούς, λόγω εξέλκωσης και παραμορφωτικής ουλοποίησης των κοκκιωματωδών βλαβών, που αποτελούν την ανατομοπαθολογική βάση της νόσου. Ο ερυθηματώδης λ. είναι, αντιθέτως, μια νόσος που επεκτείνεται σε ολόκληρο τον οργανισμό, αν και μερικές φορές μπορεί να εμφανιστεί με μοναδική εκδήλωση το δερματικό εξάνθημα· οι ανατομοπαθολογικές βλάβες προσβάλλουν όλους τους μεσεγχυματικούς ιστούς και οι συχνότερες κλινικές εκδηλώσεις εμφανίζονται –παράλληλα με τις βλάβες του προσώπου– στις αρθρώσεις, στους νεφρούς, στο περικάρδιο, στον υπεζωκότα, στο περιτόναιο και στο αίμα. Μια μορφή λ. συνοδεύει μερικές φορές τη χορήγηση προκαϊναμίδης ή υδραλαζίνης, αλλά η νόσος υποχωρεί πλήρως με τη διακοπή του φαρμάκου. Η αιτιολογία της πάθησης είναι ακόμα άγνωστη, αν και κατατάσσεται στην ομάδα των αυτονόσων ή νόσων του κολλαγόνου. Στο αίμα των πασχόντων κυκλοφορούν αντισώματα κατά των πυρήνων των λευκών αιμοσφαιρίων, με την παρουσία των αντισωμάτων αυτών να βοηθά στη διάγνωση. Η θεραπεία γίνεται με συνδυασμούς διαφόρων ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων, τα οποία μειώνουν κατά πολύ τα συμπτώματά της, αν και δεν θεραπεύουν ριζικά τη νόσο.
IV
(Ιχθ.). Άλλη ονομασία του περκόμορφου ψαριού ανάρριχος. Βλ. λ. λαβράκι.
* * *
ο, θηλ. λύκαινα (AM λύκος, θηλ. λύκαινα)
1. άγριο σαρκοφάγο θηλαστικό τής οικογένειας canidae που διακρίνεται για την απληστία και την αιμοβορία του («ὧς τοὺς ἀμφὶ λύκοι κρατερώνυχες ἠδὲ λέοντες σαῑνον», Ομ. Οδ.)
2. κοινή, σήμερα, ονομασία διαφόρων παρασίτων φυτών, ιδίως διαφόρων ειδών οροβάγχης, κν. κουσκούτας
νεοελλ.
1. ιατρ. κάθε δερματοπάθεια, άσχετα από τη φύση της, χαρακτηριστικό τής οποίας είναι είτε ότι καταλαμβάνει και κατατρώγει, όπως ο λύκος, τους ιστούς τού αρρώστου είτε εδράζεται συμμετρικά στο πρόσωπό του απομιμούμενη προσωπείο λύκου (α. «φυματιώδης λύκος» β. «ερυθηματώδης λύκος»)
2. η σφύρα τής σκανδάλης τών παλαιών εμπροσθογεμών κυνηγετικών όπλων, αλλ. κόκορας
3. μτφ. i) πειναλέος ή αδηφάγος άνθρωπος ii) αιμοβόρος άνθρωπος
4. ως κύριο όν. ο Λύκος
αστερισμός τού νότιου ημισφαιρίου
5. φρ. α) «γλύτωσα από τού λύκου το στόμα» — σώθηκα από βέβαιο κίνδυνο
β) «τρώω σαν λύκος» — είμαι αδηφάγος
γ) «πεινώ σαν λύκος» — πεινώ πάρα πολύ
δ) «μπα, που να σέ φάει ο λύκος» — λέγεται ως κατάρα, αλλά για αστεϊσμό
6. παροιμ. α) «βάλανε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα» ή «βάλανε τον λύκο τσοπάνο» — λέγεται για περιπτώσεις που ανατίθεται η φροντίδα και η φύλαξη ενός ανυπεράσπιστου σε άρπαγα
β) «ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται» ή «ο λύκος στην ανεμοζάλη χαίρεται» — λέγεται για τα άτομα που επωφελούνται από ανώμαλες καταστάσεις, για πλουτισμό ή για άλλες επιδιώξεις τους
γ) «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του» — λέγεται για αυτούς που δεν αποβάλλουν τις κακές τους συνήθειες
δ) «θρέψε λύκο τον χειμώνα, να σέ φάει (το καλοκαίρι)» — λέγεται για άτομα αχάριστα
ε) «από τα μετρημένα τρώει ο λύκος»
i) η απώλεια είναι μοιραία και δεν ωφελούν σε τίποτε οι πολλές προφυλάξεις
ii) αυτός που γνωρίζει όσα έχει γνωρίζει και τις απώλειες ή τις ζημιές που υφίσταται
στ) «γιατί είναι χοντρός ο σβέρκος τού λύκου; γιατί κάνει τη δουλειά του μόνος του» — αυτός που επιμελείται αυτοπροσώπως τις υποθέσεις του πετυχαίνει καλύτερα τους σκοπούς του
ζ) «λύκος εις δέρμα προβάτου» — λέγεται για άτομα που υποκρίνονται
μσν.
1. μτφ. α) τύραννος, δυνάστης
β) κλέφτης
γ) αλλόφυλος, άπιστος
δ) εχθρός
2. φρ. α) «λύκου γνώμη» — αγύριστο κεφάλι, ισχυρογνώμων
β) «προβατόσχημος λύκος» — υποκριτής
μσν.-αρχ.
1. άλλη ονομασία τών ψαριών αναρρίχας και καλλιώνυμος
2. είδος θηλειάς
αρχ.
1. κάθε πράγμα που έχει σχήμα αρπάγης, αγκίστρου, όπως: α) οι σιδερένιες αιχμές στον χαλινό τών σκληροτράχηλων ίππων
β) το άγκιστρο με το οποίο ανασύρεται από το πηγάδι ο κάδος
γ) είδος κρεάγρας, λαβίδας για κρέας
δ) (κατά τον Ησύχ.) μάνταλο θύρας
2. σκωπτική ονομασία τών παιδεραστών
3. είδος καλοιακούδας
4. είδος αράχνης
5. το άνθος τού φυτού ίριδα
6. είδος καταποτίου για τη θεραπεία τής δυσεντερίας
7. πολεμική μηχανή που χρησίμευε για υπεράσπιση και φρούρηση τών πυλών τείχους
8. παροιμ. φρ. α) «λύκον ὁρῶ» — μένω άναυδος
β) «ὡς λύκος χανών» — λεγόταν για περιπτώσεις μάταιης προσδοκίας
γ) «λύκος οἶν ὑμεναιοῑ» — λεγόταν για πρόσωπο ανίσχυρο
δ) «ὡς λύκοι ἄρν' ἀγαπῶσι» — λεγόταν για προσποιητή, δόλια, ύπουλη και ολέθρια αγάπη
ε) «λύκου βίον ζῆν» — λεγόταν για εκείνους που ζούσαν από την κλοπή
στ) «ἐκ λύκου στόματος» — λεγόταν για κάτι που λάμβανε κάποιος χωρίς να τό περιμένει
ζ) «λύκου πτερά» — λεγόταν για πράγματα ανύπαρκτα
η) «λύκος ἀετὸν φεύγει» — λεγόταν για περιπτώσεις κατά τις οποίες ήταν αδύνατη η διαφυγή
θ) «λύκος περὶ φρέαρ χορεύει» — λεγόταν για εκείνους που επιδίωκαν ανέφικτα πράγματα
ι) «τῶν ὤτων ἔχειν τὸν λύκον» — λεγόταν για ασύλληπτο άτομο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. συνδέεται ετυμολογικώς με το αρχ. ινδ. vŗka-, αβεστ. vәhrkō-, αρχ. σλαβ. vlī, γερμ. wolf κ.ά., ανάγεται δε στην ΙΕ ρίζα *wĮkwo-s «λύκος», από την οποία είναι δύσκολο να ερμηνευθεί, παρ' όλα αυτά, η μορφή τού ελλ. τ. λύκος. Κατά μια άποψη, ο χειλοϋπερωικός φθόγγος τής ρίζας -kw- όσο και το αρκτικό w έχουν επηρεάσει την απόδοση τού ημιφώνου -l-σε λυ- (αντί τού αναμενόμενου λα-). Ίδια θα ήταν και η περίπτωση τού λατ. lupus «λύκος», τού οποίου όμως το χειλικό -ρ- θα ερμηνευόταν αν θεωρηθεί η λ. οσκο- ομβρικό δάνειο (όπου το *kw αποδίδεται με χειλικό φθόγγο). Κατ' άλλη άποψη, η ΙΕ γλώσσα, εκτός από τη ρίζα *wlkwo-s, πρέπει να διέθετε και ένα άλλο όνομα *lupo- με την ίδια σημ. (πρβλ. λατ. lupus), οπότε το λύκος ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα συμφυρμού τών δύο θεμάτων. Κατά μία τελευταία άποψη, ίσως πρόκειται για αντιμετάθεση τών στοιχείων τής ρίζας *wlkwo-s (> *lukwo- > λύκος). Ο τ. συνδέεται με τον τ. λύσσα*.
ΠΑΡ. λύκαινα, λυκάων, λυκιδεύς, λυκίσκος, λυκώδης
αρχ.
Λύκαιον, λυκηδόν, λυκηθμός, λυκώ (I)
αρχ.-μσν.
λύκειος, λυκώ (II)
μσν.- νεοελλ.
λύκινος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) λυκάνθρωπος, λυκόδους, λυκοειδής
αρχ.
λυκάγχη, λυκοβατίας, λυκοδίωκτος, λυκοέρια, λυκοθαρσής, λυκοθήρας, λυκοκτόνος, λυκόλυγξ, λυκόποδες, λυκορραίστης, λυκόσκορδον, λυκοσκυτάλιον, λυκοσπάς, λυκόσπαστος, λυκόστομος, λυκόστρατος, λυκόφανος, λυκόφθαλμος, λυκοφίλιος, λυκοφόρος, λυκόφρυς, λυκόφρων
αρχ.-μσν.
λυκόβρωτος, λυκοπάνθηρος
μσν.
λυκαγχόνη, λυκόκαπρος, λυκοκάρδιος, λυκοκεφαλαία, λυκόπαρδος, λυκοτρίχης, λυκόχρους
μσν.- νεοελλ.
λυκόμορφος, λυκοφαγωμένος
νεοελλ.
λυκόδεσμος, λυκοκάντζαρος, λυκόπουλο, λυκόσκυλο, λυκόστομο, λυκότρυπα, λυκοτσάκαλο, λυκοφωλιά, λυκόχορτο. (Β' συνθετικό) κυνόλυκος
αρχ.
αινόλυκος, μονόλυκος
νεοελλ.
αγριόλυκος, γερόλυκος, θαλασσόλυκος, μοναχόλυκος, τσακαλόλυκος].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • Λύκος — wolf masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύκος — wolf masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λύκος — ο θηλ. αινα και ισσα 1. θηλαστικό σαρκοφάγο ζώο: Οι λύκοι επιτέθηκαν στο κοπάδι με τα πρόβατα. 2. φυματίωση του δέρματος (λούπος): Ερυθηματώδης λύκος. 3. φρ., «Πεινούσε σαν λύκος», πεινούσε υπερβολικά· «Έπεσα στο στόμα του λύκου», κινδύνεψα πολύ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λύκος ἐν αἰτίᾳ γίνεται κἂν φέρῃ κἂν μὴ φέρῃ. — См. Ел ли, не ел, а за обед почтут …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λύκος καὶ ποιμήν. — См. Козла пустить в огород …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὁ λύκος τὴν τρίχα, οὐ τὴν γνώμην ἀλάττει. — См. Волк и каждый год линяет, а все сер бывает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἔγνω δὲ φώρ τε φῶρα καὶ λύκος λύκον. — См. Рыбак рыбака видит издалека …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ερυθηματώδης συστηματικός λύκος — Πάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος, η οποία προσβάλλει άλλα συστήματα του οργανισμού. Στο αίμα του πάσχοντος ανιχνεύονται αντισώματα εναντίον του ίδιου του σώματος (αυτοάνοση). Πέρα από τα γενικά συμπτώματα πυρετού, κόπωσης και απώλειας βάρους …   Dictionary of Greek

  • Λύκις ή Λύκος — (5ος 4ος αι. π.Χ.) Ποιητής της Αττικής κωμωδίας. Ο Αριστοφάνης τον ειρωνεύεται στους Βατράχους του και το λεξικό της Σούδας τον χαρακτηρίζει «υπόψυχρο», μαζί με τους Φρύνιχο και Αμείψιο. Κανένα έργο του δεν έχει σωθεί …   Dictionary of Greek

  • λύκω — λύκος wolf masc nom/voc/acc dual λύκος wolf masc gen sg (doric aeolic) λυκόω tear like a wolf pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) λυκόω tear like a wolf imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”